HIV / AIDS

  Η HIV λοίμωξη είναι μια χρόνια λοίμωξη που οφείλεται στον ρετροϊό HIV (ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας). Είναι ασυμπτωματική λοίμωξη για πολλά χρόνια, ο δε φορέας της δεν νοσεί. Αν όμως παραμείνει αθεράπευτη, οδηγεί στο AIDS (σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας), που αποτελεί το τελευταίο στάδιο της νόσου.
  Σήμερα, με τη πρόοδο των διαγνωστικών μεθόδων και κυρίως των θεραπευτικών μέσων, η HIV λοίμωξη δεν αποτελεί πλέον φόβητρο. Με την έγκαιρη διάγνωση και έναρξη θεραπείας, καθίσταται χρόνια νόσος, οι φορείς δε πλησιάζουν το προσδόκιμο επιβίωσης του γενικού πληθυσμού διατηρώντας από την άλλη άριστη ποιότητα ζωής, ικανότητα εργασίας και πλήρη κοινωνική ζωή. Κι όμως, οι φορείς που ζουν με τον ιό και καμιά φορά βρίσκονται στο κοντινό μας περιβάλλον χωρίς να το γνωρίζουμε, χρειάζονται τη στήριξη και συμπάθεια μας αντί για περιφρόνηση και αποκλεισμό.

Μετάδοση

   Ο ιός μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή (ετεροφυλοφιλικό ή ομοφυλοφιλικό σεξ), με την έκθεση σε αίμα πάσχοντα (τρύπημα με βελόνη, χρήση ουσιών) και τη κάθετη περιγεννητική μετάδοση από τη HIV-θετική μητέρα στο νεογνό. Είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείς ότι σε ποσοστό 30 – 40% κάποιος που μολύνεται για πρώτη φορά με τον ιό εμφανίζει μετά από 2 – 3 εβδομάδες συμπτώματα λοιμώδους μονοπυρήνωσης (τραχηλική λεμφαδενοπάθεια, αμυγδαλίτιδα, πυρετό, εξάνθημα). Το σύνδρομο αυτό (ορομετατροπή ή πρωτολοίμωξη) αποτελεί μοναδική ευκαιρία πρώιμης διάγνωσης και θεραπείας της λοίμωξης. Χαρακτηρίζεται επίσης από πολύ υψηλά επίπεδα του ιού στο αίμα και υψηλή μεταδοτικότητα.
  Ο ιός δεν μεταδίδεται με τη κοινωνική επαφή, το φιλί, το σάλιο και γενικά τη συγκατοίκηση με HIV–θετικό άτομο. Προσοχή χρειάζεται μόνο στη κοινή χρήση οδοντόβουρτσας και ξυραφιού.

Πρόληψη

   Η λοίμωξη από τον ιό HIV μας αφορά όλους. Καθένας από εμάς είναι πιθανό να βρεθεί σε κίνδυνο να εκτεθεί. Οι άνθρωποι που ζουν με τον ιό είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, συνήθως δεν είναι άρρωστοι και πάνω από όλα συχνά δεν γνωρίζουν ούτε οι ίδιο ότι είναι φορείς. Για αυτό η αποτελεσματικότερη πρόληψη είναι η χρήση προφυλακτικού σε κάθε επαφή. Το προφυλακτικό προφυλάσσει και από τα άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Επίσης η ενημέρωση προφυλάσσει, δηλαδή να ξέρει κανείς πότε βρίσκεται σε κίνδυνο και να εξετάζεται συχνά.
  Μπορούμε επίσης να επιτύχουμε πρόληψη της μετάδοσης του ιού με προφυλακτική αγωγή μετά την έκθεση (PEP, post exposure prophylaxis), η οποία πρέπει να δοθεί το αργότερο 3 ημέρες μετά τη πιθανή έκθεση στον ιό. Κατά περίπτωση μπορούμε να συστήσουμε και προφυλακτική πριν την έκθεση (PrEP, pre exposure prophylaxis), δηλαδή τη προληπτική φαρμακευτική αγωγή προ της έκθεσης σε άτομα με σεξουαλικές πρακτικές υψηλού κινδύνου.

Διάγνωση

   Η διάγνωση γίνεται εύκολα με το τεστ αντισώματος για τον HIV (Elisa), που γίνεται με αιμοληψία ή από το σάλιο (το τελευταίο παρέχει αποτέλεσμα σε 20 λεπτά). Υπάρχει το λεγόμενο παράθυρο στο χρόνο θετικοποίησης της εξέτασης μετά από την έκθεση στον ιό, το οποίο έχει περιροριστεί στις 15 ημέρες με τη χρήση της Elisa δ΄γενιάς. Η εξέταση κατά τη περίοδο του παραθύρου είναι η κύρια αιτία ψευδώς αρνητικής εξέτασης (δηλ. αρνητική ενώ στη πραγματικότητα υπάρχει μόλυνση). Η ψευδώς θετική εξέταση (δηλ. θετική χωρίς να υπάρχει μόλυνση) είναι πολύ σπάνια περίπτωση. Η θετική Elisa επιβεβαιώνεται πάντα με Western Blot (από το αίμα) και μόνο με θετική Western Blot ο ασθενής διαγιγνώσκεται με βεβαιότητα ως HIV-θετικός.

Εξέλιξη της νόσου

   Για πολλά χρόνια η λοίμωξη είναι ασυμπτωματική ή έχει ως μόνη εκδήλωση λεμφαδενοπάθεια τραχήλου (στάδιο Α). Όμως ο ιός έχει ήδη προσβάλει τα CD4 T λεμφοκύτταρα και επιβιώνει μέσα σε αυτά στους λεμφαδένες, στο έντερο, στους νεφρούς, στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Προοδευτικά και αργά ο αριθμός των CD4 πέφτει. Όταν υποχωρήσουν < 200 /μl, ο ασθενής έχει πια σημαντική πτώση της ανοσίας (δηλαδή της άμυνας έναντι λοιμώξεων και νεοπλασμάτων). Τώρα πια μπορεί να νοσήσει από ευκαιριακά νοσήματα όπως η PCP (πνευμονία από το μύκητα pneumocystis jirovecii), η φυματίωση, το σάρκωμα Kaposi, λεμφώματα και άλλα. Τα ευκαιριακά νοσήματα και νεοπλάσματα σημαίνουν χειρότερη πρόγνωση και μετάβαση στο τελευταίο στάδιο C της νόσου δηλαδή το AIDS (Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσοανεπάρκειας). Στο μεσαίο στάδιο Β η αρχόμενη ανοσοκαταστολή εκδηλώνεται συνηθέστερα με μυκητίαση στοματοφάρυγγα.  

Παρακολούθηση

   Η νόσος παρακολουθείται εργαστηριακά με περιοδικό έλεγχο των CD4 λεμφοκυττάρων και  του φορτίου του ιού στο αίμα (HIV RNA). Ειδικά η παρακολούθηση του φορτίου είναι πολύ σημαντική μετά την έναρξη θεραπείας, καθώς πρέπει ουσιαστικά να μηδενιστεί (μη ανιχνεύσιμο). Ταυτόχρονα γίνονται οι εξετάσεις ρουτίνας (ηπατική και νεφρική λειτουργία, λιπίδια, σάκχαρο) και ελέγχονται οι ασθενείς για τους ιούς των ηπατιτίδων Α, Β, C και για σύφιλη.

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies  για την βελτίωση της περιήγησής σας. Η επιχείρηση συμμορφώνεται με τον GDPR.