Λοιμώξεις και Κύηση

ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΚΑΙ ΚΥΗΣΗ

  Ο έλεγχος για λοιμώξεις γίνεται συνήθως τις πρώτες εβδομάδες της κύησης και για κάποιες από αυτές (Toxoplasma, CMV) επαναλαμβάνεται σε τακτά διαστήματα. Αφορά:

  1.   Οξείες λοιμώξεις που μπορούν – αν η μητέρα προσβληθεί κατά τη σύλληψη του εμβρύου ή το πρώτο τρίμηνο – να μεταδοθούν στο έμβρυο κατά τη κύηση μέσω του πλακούντα και να προκαλέσουν σοβαρές συγγενείς λοιμώξεις που με τη σειρά τους βλάπτουν σοβαρά τη σωστή ανάπτυξη του εμβρύου. Τέτοιες είναι:

    α. Η τοξοπλάσμωση: η λοίμωξη από το παράσιτο Toxoplasma gondii είναι συνήθως ασυμπτωματική, ενώ αν υπάρχουν συμπτώματα είναι μάλλον ήπια (χαμηλός πυρετός, διογκωμένοι λεμφαδένες). Μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο αν αυτός καταναλώσει μη πλυμένα λαχανικά ή μολυσμένο νερό ή μη καλά μαγειρεμένο κρέας ή χειριστεί μολυσμένο χώμα και φέρει τα χέρια στο στόμα. Η λοίμωξη της μητέρας στο πρώτο τρίμηνο της κυησης έχει τη μικρότερη πιθανότητα να μεταδοθεί στο έμβρυο αλλά αν αυτό συμβεί οι συνέπειες στο έμβρυο είναι βαριές (εγκεφαλομυελίτιδα, διαταραχές ανάπτυξης). Η διάγνωση γίνεται με έλεγχο για αντισώματα έναντι του τοξοπλάσματος (IgG, IgM). Αν αυτά είναι θετικά, ο ιατρός θα πρέπει να διακρίνει τη παλαιά έκθεση στο παράσιτο που δεν απειλεί με κανένα τρόπο το έμβρυο από τη πρόσφατη ή τρέχουσα λοίμωξη που εμπεριέχει κίνδυνο. Καθώς η ερμηνεία των ορολογικών εξετάσεων δεν είναι πάντα απλή χρειάζονται ενίοτε διαδοχικές μετρήσεις και συσχέτιση με τη παρακολούθηση του εμβρύου με υπέρηχο εντός της μήτρας για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.

    β. Ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV). Πάνω από τους μισούς ενήλικες 40 ετών έχουν εκτεθεί χωρίς να το γνωρίζουν στο κυτταρομεγαλοϊό. Ο ιός αυτός σπάνια προκαλεί συμπτώματα. Η κύρια (αλλά όχι μόνη) δεξαμενή του ιού είναι τα παιδιά προσχολικής ηλικίας που φέρουν τον ιό στις ρινικές εκκρίσεις τους (χωρίς να είναι άρρωστα). Μια έγκυος που φέρει θετικά αντισώματα παλαιάς λοίμωξης από CMV δεν έχει λόγο να ανησυχεί για το έμβρυο της. Αντίθετα, μια πρωτολοίμωξη από το κυτταρομεγαλοϊό κατά τη διάρκεια της κύησης έχει περίπου 30% πιθανότητα να περάσει στο έμβρυο και να προκαλέσει συγγενή λοίμωξη. Από αυτά τα νεογνά με συγγενή CMV λοίμωξη μόνο το 10% θα εμφανίσουν συμπτώματα, αυτά όμως μπορεί να είναι σοβαρά (κώφωση, διαταραχές ανάπτυξης κ.ά). Και εδώ η διάγνωση τίθεται με τα αντισώματα IgM και IgG για CMV.

    γ. Ερυθρά: σοβαρή συγγενής λοίμωξη που δεν απαντάται πια λόγω εμβολιασμού.

  2.  Χρόνιες λοιμώξεις που μπορούν να μεταδοθούν στο νεογνό κατά το τοκετό ή το μητρικό θηλασμό. Τέτοιες είναι η HIV λοίμωξη, η χρόνια ηπατίτιδα Β, η χρόνια ηπατίτιδα C, η σύφιλη και ο απλός έρπητας γεννητικών οργάνων. Η πρώιμη διάγνωση αυτών των λοιμώξεων επιτρέπει να ληφθούν έγκαιρα οι ορθές θεραπευτικές αποφάσεις ώστε να γεννηθούν υγιή νεογνά. Έτσι για παράδειγμα:

    -  Σε μητέρες με HIV λοίμωξη η χορήγηση αντιρετροϊικής αγωγής, η διενέργεια καισαρικής τομής αντί φυσιολογικού τοκετού και η αποφυγή του θηλασμού επέτρεψαν να μειωθεί κατά πολύ η περιγεννητική μετάδοση του ιού.

    -  Τα νεογνά μητέρων με χρόνια ηπατίτιδα Β λαμβάνουν αμέσως μετά τη γέννηση την ειδική ανοσοσφαιρίνη και το εμβόλιο.

    -  Σε μητέρες με απλό έρπητα προτιμάται η καισαρική τομή.


  3.  Οι ουρολοιμώξεις κατά τη κύηση μπορούν να φέρουν επιπλοκές. Iδιαίτερα σημαντικό βακτήριο είναι ο στρεπτόκοκκος ομάδας Β (Streptococcus agalactiae). Η ανεύρεση του σε καλλιέργεια ούρων ή κολπικών υγρών ακόμα και χωρίς συμπτώματα χρήζει θεραπείας καθώς συνδέεται με σοβαρές λοιμώξεις της μητέρας (πυελονεφρίτιδα, πρόωρο τοκετό, αμνιονίτιδα, ενδομητρίτιδα) και του νεογνού.

  4.  Η γρίπη είναι πλέον σοβαρή στις εγκύους, γιατί σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αποβολής. Για αυτό το λόγο χρειάζεται άμεση έναρξη αντιϊικής αγωγής.