Παθολόγος Αθήνα

  • AIDS (HIV λοίμωξη)

    Τι είναι η νόσος

      Το Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας (Acute ImmunoDeficiency Syndrome ή AIDS) προκαλείται από τον ιό HIV (Human Immunodeficiency Virus). Η λοίμωξη από τον ιό HIV, προκαλεί σταδιακή καταστροφή του ανοσοποιητικού συστήματος του ανθρώπου, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ανεπάρκειας του ανοσοποιητικού.

    Πού οφείλεται η νόσος – Αίτια - Παράγοντες που την πυροδοτούν

      Το σύνδρομο AIDS, είναι μία κατάσταση που εμφανίζεται 2 – 4 εβδομάδες μετά την προσβολή (μόλυνση) από το ιό HIV. Ο ιός μεταδίδεται με:

    • Τη σεξουαλική επαφή.
    • Τη λήψη ενδοφλέβιων ναρκωτικών ουσιών, χρησιμοποιώντας μολυσμένες βελόνες και σύριγγες.
    • Μέσω (δια) του πλακούντα από τη μητέρα στο έμβρυο.
    • Τις μεταγγίσεις μολυσμένου αίματος και παραγώγων του (σπάνια πια, λόγω των κατάλληλων ελέγχων του αίματος).
    • Το θηλασμό (σχετικά σπάνια).

      Δεν υπάρχει γεωγραφική κατανομή των λοιμώξεων από HIV. Ο ιός υπάρχει σε ολόκληρο τον κόσμο, αν και εμφανίζεται σε μεγαλύτερη συχνότητα στα αστικά κέντρα.

  • HIV / AIDS

      Η HIV λοίμωξη είναι μια χρόνια λοίμωξη που οφείλεται στον ρετροϊό HIV (ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας). Είναι ασυμπτωματική λοίμωξη για πολλά χρόνια, ο δε φορέας της δεν νοσεί. Αν όμως παραμείνει αθεράπευτη, οδηγεί στο AIDS (σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας), που αποτελεί το τελευταίο στάδιο της νόσου.
      Σήμερα, με τη πρόοδο των διαγνωστικών μεθόδων και κυρίως των θεραπευτικών μέσων, η HIV λοίμωξη δεν αποτελεί πλέον φόβητρο. Με την έγκαιρη διάγνωση και έναρξη θεραπείας, καθίσταται χρόνια νόσος, οι φορείς δε πλησιάζουν το προσδόκιμο επιβίωσης του γενικού πληθυσμού διατηρώντας από την άλλη άριστη ποιότητα ζωής, ικανότητα εργασίας και πλήρη κοινωνική ζωή. Κι όμως, οι φορείς που ζουν με τον ιό και καμιά φορά βρίσκονται στο κοντινό μας περιβάλλον χωρίς να το γνωρίζουμε, χρειάζονται τη στήριξη και συμπάθεια μας αντί για περιφρόνηση και αποκλεισμό.

    Μετάδοση

       Ο ιός μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή (ετεροφυλοφιλικό ή ομοφυλοφιλικό σεξ), με την έκθεση σε αίμα πάσχοντα (τρύπημα με βελόνη, χρήση ουσιών) και τη κάθετη περιγεννητική μετάδοση από τη HIV-θετική μητέρα στο νεογνό. Είναι σημαντικό να γνωρίζει κανείς ότι σε ποσοστό 30 – 40% κάποιος που μολύνεται για πρώτη φορά με τον ιό εμφανίζει μετά από 2 – 3 εβδομάδες συμπτώματα λοιμώδους μονοπυρήνωσης (τραχηλική λεμφαδενοπάθεια, αμυγδαλίτιδα, πυρετό, εξάνθημα). Το σύνδρομο αυτό (ορομετατροπή ή πρωτολοίμωξη) αποτελεί μοναδική ευκαιρία πρώιμης διάγνωσης και θεραπείας της λοίμωξης. Χαρακτηρίζεται επίσης από πολύ υψηλά επίπεδα του ιού στο αίμα και υψηλή μεταδοτικότητα.
      Ο ιός δεν μεταδίδεται με τη κοινωνική επαφή, το φιλί, το σάλιο και γενικά τη συγκατοίκηση με HIV–θετικό άτομο. Προσοχή χρειάζεται μόνο στη κοινή χρήση οδοντόβουρτσας και ξυραφιού.

    Πρόληψη

       Η λοίμωξη από τον ιό HIV μας αφορά όλους. Καθένας από εμάς είναι πιθανό να βρεθεί σε κίνδυνο να εκτεθεί. Οι άνθρωποι που ζουν με τον ιό είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, συνήθως δεν είναι άρρωστοι και πάνω από όλα συχνά δεν γνωρίζουν ούτε οι ίδιο ότι είναι φορείς. Για αυτό η αποτελεσματικότερη πρόληψη είναι η χρήση προφυλακτικού σε κάθε επαφή. Το προφυλακτικό προφυλάσσει και από τα άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Επίσης η ενημέρωση προφυλάσσει, δηλαδή να ξέρει κανείς πότε βρίσκεται σε κίνδυνο και να εξετάζεται συχνά.
      Μπορούμε επίσης να επιτύχουμε πρόληψη της μετάδοσης του ιού με προφυλακτική αγωγή μετά την έκθεση (PEP, post exposure prophylaxis), η οποία πρέπει να δοθεί το αργότερο 3 ημέρες μετά τη πιθανή έκθεση στον ιό. Κατά περίπτωση μπορούμε να συστήσουμε και προφυλακτική πριν την έκθεση (PrEP, pre exposure prophylaxis), δηλαδή τη προληπτική φαρμακευτική αγωγή προ της έκθεσης σε άτομα με σεξουαλικές πρακτικές υψηλού κινδύνου.

    Διάγνωση

       Η διάγνωση γίνεται εύκολα με το τεστ αντισώματος για τον HIV (Elisa), που γίνεται με αιμοληψία ή από το σάλιο (το τελευταίο παρέχει αποτέλεσμα σε 20 λεπτά). Υπάρχει το λεγόμενο παράθυρο στο χρόνο θετικοποίησης της εξέτασης μετά από την έκθεση στον ιό, το οποίο έχει περιροριστεί στις 15 ημέρες με τη χρήση της Elisa δ΄γενιάς. Η εξέταση κατά τη περίοδο του παραθύρου είναι η κύρια αιτία ψευδώς αρνητικής εξέτασης (δηλ. αρνητική ενώ στη πραγματικότητα υπάρχει μόλυνση). Η ψευδώς θετική εξέταση (δηλ. θετική χωρίς να υπάρχει μόλυνση) είναι πολύ σπάνια περίπτωση. Η θετική Elisa επιβεβαιώνεται πάντα με Western Blot (από το αίμα) και μόνο με θετική Western Blot ο ασθενής διαγιγνώσκεται με βεβαιότητα ως HIV-θετικός.

    Εξέλιξη της νόσου

       Για πολλά χρόνια η λοίμωξη είναι ασυμπτωματική ή έχει ως μόνη εκδήλωση λεμφαδενοπάθεια τραχήλου (στάδιο Α). Όμως ο ιός έχει ήδη προσβάλει τα CD4 T λεμφοκύτταρα και επιβιώνει μέσα σε αυτά στους λεμφαδένες, στο έντερο, στους νεφρούς, στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Προοδευτικά και αργά ο αριθμός των CD4 πέφτει. Όταν υποχωρήσουν < 200 /μl, ο ασθενής έχει πια σημαντική πτώση της ανοσίας (δηλαδή της άμυνας έναντι λοιμώξεων και νεοπλασμάτων). Τώρα πια μπορεί να νοσήσει από ευκαιριακά νοσήματα όπως η PCP (πνευμονία από το μύκητα pneumocystis jirovecii), η φυματίωση, το σάρκωμα Kaposi, λεμφώματα και άλλα. Τα ευκαιριακά νοσήματα και νεοπλάσματα σημαίνουν χειρότερη πρόγνωση και μετάβαση στο τελευταίο στάδιο C της νόσου δηλαδή το AIDS (Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσοανεπάρκειας). Στο μεσαίο στάδιο Β η αρχόμενη ανοσοκαταστολή εκδηλώνεται συνηθέστερα με μυκητίαση στοματοφάρυγγα.  

    Παρακολούθηση

       Η νόσος παρακολουθείται εργαστηριακά με περιοδικό έλεγχο των CD4 λεμφοκυττάρων και  του φορτίου του ιού στο αίμα (HIV RNA). Ειδικά η παρακολούθηση του φορτίου είναι πολύ σημαντική μετά την έναρξη θεραπείας, καθώς πρέπει ουσιαστικά να μηδενιστεί (μη ανιχνεύσιμο). Ταυτόχρονα γίνονται οι εξετάσεις ρουτίνας (ηπατική και νεφρική λειτουργία, λιπίδια, σάκχαρο) και ελέγχονται οι ασθενείς για τους ιούς των ηπατιτίδων Α, Β, C και για σύφιλη.

  • HIV Θεραπεία

      Οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες συστήνουν  την άμεση έναρξη αντιρετροϊικής αγωγής με τη διάγνωση. Λόγοι για την άμεση έναρξη αγωγής είναι η αποδεδειγμένα πλέον καλύτερη μακροπρόθεσμη πρόγνωση για τον ασθενή αλλά και η μείωση της μεταδοτικότητας προς τους συντρόφους του. Μόνη προϋπόθεση η επιθυμία του ασθενή και η δέσμευσή του να λάβει με συνέπεια τη καθημερινή φαρμακευτική αγωγή. Τα σύγχρονα φάρμακα είναι εύκολα στη λήψη, με μικρό αριθμό χαπιών (συνήθως ένα χάπι την ημέρα) και ελάχιστες ή καθόλου παρενέργειες που επιτρέπουν στον οροθετικό να έχει ομαλή καθημερινότητα, ικανότητα για εργασία και κοινωνική ζωή.

      Από την άλλη είναι ιδιαίτερα δραστικά. Μέσω της μείωσης του ιϊκού φορτίου, η αντιρετροϊική αγωγή επιτρέπει την επάνοδο των CD4 και της ανοσίας σε φυσιολογικά επίπεδα. Αίρει σχεδόν εξολοκλήρου την επίδραση του ιού στο σώμα αλλά δυστυχώς δεν τον εκριζώνει από τις ‘αποθήκες’ του (reservoir). Έτσι, με τα σημερινά δεδομένα είναι μια αγωγή που θα λαμβάνεται διά βίου. Δεν χάνει τη δραστικότητα της παρά μόνο με τη κακή χρήση, δηλαδή την συχνή απώλεια δόσεων των φαρμάκων ή τη λάθος λήψη. Τότε ο ιός μπορεί να αναπτύξει αντοχή στα φάρμακα που παίρνει ο ασθενής και να επανεμφανιστεί υψηλό ιϊκό φορτίο (αποτυχία αγωγής). Θα πρέπει τότε η αγωγή να τροποποιηθεί και να προστεθούν σε αυτή νέα φάρμακα.

  • HIV Συμπτώματα

    Συμπτώματα

      Αυτά απουσιάζουν για πολλά χρόνια (συχνά εμφανίζονται μετά τα 7-8 χρόνια από τη μετάδοση του ιού). Εντούτοις, η εμφάνιση στοματίτιδας (λευκωπό επίχρισμα στο στόμα και τη γλώσσα), η γενικευμένη τραχηλική λεμφαδενοπάθεια, η ανεξήγητη απώλεια βάρους, ένα εμμένον διαρροϊκό σύνδρομο ή η εκδήλωση έρπητα ζωστήρα μπορούν να είναι σχετικά πρώιμα συμπτώματα της νόσου.

      Στις περιπτώσεις αυτές καλό είναι κάποιος να σπεύσει να εξεταστεί για τον HIV εφόσον δεν το έχει κάνει πρόσφατα. Πρώιμα εργαστηριακά ευρήματα είναι συνήθως η λευκοπενία, η θρομβοπενία και η υπερσφαιριναιμία.
     
      Ακριβώς η απουσία ειδικών συμπτωμάτων και εργαστηριακών ευρημάτων καθιστούν αναγκαίο τον περιοδικό έλεγχο για HIV ανθρώπων που ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου (άνδρες που κάνουν σεξ με άνδρες, αμφιφυλόφιλοι, άνδρες και γυναίκες με πολλαπλούς συντρόφους χωρίς χρήση προφυλακτικού). Αλλά και εκείνοι χωρίς συμπεριφορά υψηλού κινδύνου δικαιούνται να εξεταστούν για τον  HIV, ώστε να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και τους συντρόφους τους.

  • Γρίπη

      Η γρίπη είναι μια κοινή λοίμωξη του ανώτερου ή/και κατώτερου αναπνευστικού με εποχική κατανομή κατά τους χειμερινούς μήνες (στην Ελλάδα από Δεκέμβριο έως Απρίλιο).
      Οφείλεται στους ιούς της γρίπης Α (που συνδέεται με βαρύτερη νόσηση), Β και C (σπάνιος, προκαλεί νόσο σε παιδιά). Είναι γνωστά παθογόνα από την αρχαιότητα. Λόγω αλλαγών στα αντιγόνα (πρωτεΐνες) του ιού που συμβαίνουν περιοδικά, είναι ικανός να προσβάλλει μαζικά πληθυσμούς χωρίς ανοσιακή μνήμη και να προκαλεί έτσι πανδημίες (πιο γνωστή η Ισπανική γρίπη του 1918, τελευταία αυτή του 2009 από τον Η1Ν1). Στις πανδημίες υπολογίζεται ότι προσβάλλεται ακόμα και το 1/3 του συνολικού πληθυσμού.
      Ο τύπος Α διακρίνεται με βάση τις πρωτεΐνες hemagglutinin (Η) και τη νευραμινιδάση (Ν) σε πολλούς υποτύπους, από τους οποίους συνηθέστερα απαντώνται στον άνθρωπο οι Η1Ν1 και Η3Ν2.
      Η άμεση έναρξη θεραπείας στα δύο πρώτα 24ωρα των συμπτωμάτων είναι αυτό που ανακουφίζει τον πάσχοντα, προλαμβάνει τη μετάδοση στους οικείους του και ίσως μειώνει τον κίνδυνο επιπλοκών.

    Συμπτώματα

      Τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της γρίπης είναι ο υψηλός πυρετός 38 – 40 oC, η κεφαλαλγία (πονοκέφαλος), η έντονη κακουχία και οι μυαλγίες. Ο ασθενής έχει επίσης ρινική συμφόρηση ή καταρροή και βήχα, αυτά όμως δεν είναι συμπτώματα ειδικά για τη γρίπη. Ενίοτε υπάρχουν έμετοι και κοιλιακό άλγος. Συνήθως η νόσος αυτοπεριορίζεται με συνολική διάρκεια συμπτωμάτων περίπου μία εβδομάδα. Ο πυρετός μπορεί να είναι άνω των 39 oC για > 5 ημέρες.  
      Η περίοδος επώασης, δηλαδή το διάστημα από τη μετάδοση του ιού ως την εμφάνιση συμπτωμάτων είναι 1 – 3 ημέρες.

    Μετάδοση

      Αυτή διαρκεί κατά μέσο όρο 5 ημέρες (μπορεί να είναι και περισσότερο). Η λοίμωξη είναι ιδιαίτερα μεταδοτική, κυρίως όσο υπάρχει πυρετός και βήχας – πταρμός (φτέρνισμα). Προσβάλλεται κανείς με την εισπνοή σταγονιδίων από βήχα ή πταρμό πάσχοντα ή με την επαφή (χειραψία) με πάσχοντα. Από επιφάνειες επίσης ο ιός μπορεί να περάσει στα χέρια και από εκεί στο στόμα, μάτια, μύτη.
      Συνεπώς όποιος πάσχει από γρίπη μπορεί να προστατεύσει τους γύρω του βάζοντας το χέρι (ή μια μάσκα) μπροστά στο στόμα ή τη μύτη όταν βήχει ή πταρνίζεται και πλένοντας συχνά τα χέρια του.

    Επιπλοκές

      Η γρίπη είναι αυτοϊώμενη λοίμωξη στις περισσότερες περιπτώσεις. Μπορεί όμως να συνοδεύεται από επιπλοκές, κυρίως στις ευπαθείς ομάδες αλλά και σε υγιείς ενήλικες χωρίς ιστορικό. Η συνηθέστερη είναι η πνευμονία από τον ίδιο τον ιό ή δευτερογενής από μικρόβιο, από τα οποία ξεχωρίζουν ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος (Staphylococcus aureus) και ο πυογόνος στρεπτόκοκκος (Streptococcus pyogenes). Ο μόνος ασφαλής τρόπος να διακριθεί μια πνευμονία από την απλή γρίπη είναι με ακτινογραφία ή αξονική τομογραφία θώρακος. Εντούτοις η παράταση του πυρετού μαζί με συμπτώματα όπως δύσπνοια, πόνος στο θώρακα, σκουρόχρωμα πτύελα ή αιμόπτυση πρέπει να εγείρουν την υποψία επιπλοκής και να οδηγήσουν σε εξέταση από ιατρό.
      Σοβαρή επιπλοκή είναι και το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων (ARDS) που μπορεί να οδηγήσει τον ασθενή στη διασωλήνωση και μηχανική υποστήριξη της αναπνοής σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.
     Από τις σοβαρές επιπλοκές κινδυνεύουν κυρίως ηλικιωμένοι, άτομα με ανοσοκαταστολή, καρδιολογικά ή αναπνευστικά προβλήματα, παχυσαρκία και οι έγκυες γυναίκες (που κινδυνεύουν να αποβάλουν).
      Άλλες επιπλοκές είναι η μυοκαρδίτιδα, περικαρδίτιδα, ραβδομυόλυση και το σύνδρομο Guillain – Barre.

    Διάγνωση

      Τους επιδημικούς μήνες (Ιανουάριο ως Μάρτιο) η διάγνωση είναι κλινική. Δηλαδή η συμβατή κλινική εικόνα σημαίνει γρίπη μέχρι αποδείξεως του εναντίου και πρέπει να οδηγεί σε άμεση έναρξη θεραπείας όπου ενδείκνυται χωρίς να απαιτείται η εργαστηριακή επιβεβαίωση. Η εργαστηριακή επιβεβαίωση δεν πρέπει να καθυστερεί την έναρξη αγωγής. Αν όμως η ακριβής διάγνωση είναι απαραίτητη, γίνεται με:

    • το ταχύ τεστ σε επίχρισμα από τη μύτη ή το φάρυγγα που ανιχνεύει το αντιγόνο του ιού, διακρίνει μόνο γρίπη Α ή Β, δίδει αποτέλεσμα σε λιγότερο από 30 λεπτά, αλλά έχει πολλά ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα (δηλαδή να μην δείξει γρίπη ενώ υπάρχει)
    • μοριακές τεχνικές (PCR) που γίνονται σε επίχρισμα από το φάρυγγα, δεν έχουν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα, όμως η απάντηση μπορεί να καθυστερήσει 24 ώρες.

    Θεραπεία

      Είναι ουσιαστικά ο αναστολέας νευραμινιδάσης oseltamivir (Tamiflu). Το Tamiflu έχει αποδειχθεί ότι ελαττώνει κατά 24 – 36 ώρες τη διάρκεια των συμπτωμάτων σε ασθενείς με γρίπη χωρίς επιπλοκές εφόσον το ξεκινήσουν το αργότερο 48 ώρες από την έναρξη της νόσου.  Επίσης βραχύνει τη περίοδο μεταδοτικότητας, καθώς μετά τις 48 ώρες λήψης Tamiflu ο ασθενής δεν μεταδίδει πια. Δεν είναι απόλυτα σαφές αν προλαμβάνει την εμφάνιση επιπλοκών ή την ανάγκη για νοσηλεία, γεγονός είναι όμως ότι αποτελεί το μόνο διαθέσιμο μέσο να αλλάξει κανείς τη πορεία της νόσου.
      Η χρήση του ενδείκνυται απολύτως σε ασθενείς με επιπλοκές της γρίπης (πνευμονία, αναπνευστική ανεπάρκεια) είτε αυτοί εισαχθούν στο νοσοκομείο για νοσηλεία είτε όχι. Στη περίπτωση πνευμονίας χρειάζονται και αντιβιοτικά για επιλοίμωξη από μικρόβια, αφού το Tamiflu έχει μόνο αντιϊική δράση. Το Tamiflu συνιστάται επίσης σε όλους τους ασθενείς που εισάγονται στο νοσοκομείο με γρίπη ή νοσηλεύονται για άλλο λόγο και ΄κολλούν΄γρίπη στο νοσοκομείο. Συνιστάται ακόμα σε όλους τους πάσχοντες όταν αυτοί έρχονται σε επαφή ή συγκατοικούν ή φροντίζουν άτομα με χρόνια νοσήματα, βρέφη, ηλικιωμένους ή ασθενείς με οποιαδήποτε ανοσοκαταστολή.
      Σε ότι αφορά τους ασθενείς με γρίπη χωρίς ιατρικό ιστορικό ή προβλήματα υγείας, η θεραπεία δεν έχει απόλυτη ένδειξη. Μπορεί όμως να δοθεί με τη σύμφωνη γνώμη του ιατρού και του ασθενή ώστε να βραχύνει τη διάρκεια των συμπτωμάτων.
      Η δόση του Tamiflu είναι ένα χάπι των 75 mg ανά 12ωρο για 5 ημέρες. Κύρια παρενέργεια του είναι η ναυτία – έμετοι.

    Πρόληψη

      Κύριο μέσο πρόληψης είναι ο εμβολιασμός, ο οποίος συνιστάται απολύτως σε άτομα άνω των 65 ετών και άτομα με χρόνια αναπνευστικά ή καρδιολογικά προβλήματα, σακχαρώδη διαβήτη ή άλλη ανοσοκαταστολή. Συνιστάται επίσης σε άτομα υγιή που έρχονται σε επαφή με ευπαθείς ανθρώπους π.χ βρέφη. Οι έγκυες γυναίκες είναι ακόμα ανάγκη να εμβολιάζονται.
      Το εμβόλιο που κυκλοφορεί ενόψει της εποχικής γρίπης περιέχει κάποιους τύπους γρίπης Α (συνήθως ένα στέλεχος Η1Ν1 και ένα στέλεχος Η3Ν2) και Β, εν μέρει βασιζόμενο στα στελέχη της προηγούμενης χρονιάς. Λόγω των αντιγονικών αλλαγών του ιού κάθε χρόνο, είναι πιθανό και έχει παρατηρηθεί να μην καλύπτει απόλυτα τα στελέχη που τελικά κυκλοφορούν στη κοινότητα. Ακόμα κι έτσι όμως παρέχει έστω μερική κάλυψη και τροποποιεί – προς το ηπιότερο – τη πορεία της γρίπης.
      Έτερο μέσο προφύλαξης είναι η λήψη Tamiflu στη μισή δόση (ένα χάπι των 75 mg μία φορά την ημέρα) για να προφυλαχθεί κανείς (να μην ‘κολλήσει’) όταν νοσήσει άτομο στο κοντινό του περιβάλλον. Αυτή η πρακτική συνιστάται ιδιαίτερα σε ευπαθείς ομάδες, άσχετα αν έχουν εμβολιαστεί ή όχι).

  • Εμβολιασμοί

    Στους πίνακες μπορείτε να δείτε τα χρονοδιαγράμματα εμβολιασμού παιδιών – εφήβων και ενηλίκων.


    http://www.moh.gov.gr/articles/health/dieythynsh-dhmosias-ygieinhs/3207-ethniko-programma-emboliasmwn-efhbwn-amp-paidiwn-2015


    http://www.moh.gov.gr/articles/health/dieythynsh-dhmosias-ygieinhs/3208-ethniko-programma-emboliasmwn-enhlikwn


    Θα σταθώ στους εμβολιασμούς των ενηλίκων τονίζοντας την αξία των εμβολίων σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμου.

    • Εμβόλιο γρίπης

        Συνιστάται σε όλους τους ενήλικες > 60 ετών, σε όλους όσους πάσχουν από χρόνια νοσήματα ανεξαρτήτου ηλικίας (ομάδες αυξημένου κινδύνου) και σε όλους όσους φροντίζουν ευπαθείς ηλικιωμένους ή βρέφη. Επίσης στις εγκύους που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο αποβολής αν νοσήσουν από γρίπη. Είναι υποχρεωτικό στους επαγγελματίες υγείας. Τέλος, συνιστάται στα παιδιά < 6 ετών αλλά και σε όσους ενήλικες το επιθυμούν για να προστατεύσουν τον εαυτό τους και τους γύρω τους από τυχούσα σοβαρή νόσηση. Μία δόση ετησίως είναι αρκετή.

    • Εμβόλιο πνευμονιοκόκκου

        Συνιστάται σε άτομα > 50 ετών αλλά και σε όλους όσους πάσχουν από χρόνια πνευμονοπάθεια, καρδιακή ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη ή άλλη ανοσοκατασταλτική νόσο ανεξαρτήτου ηλικίας. Συνιστάται να γίνεται πρώτα το συζευγμένο 13-δύναμο εμβόλιο (μία δόση) και μετά από 2 μήνες το πολυσακχαριδικό 23-δύναμο (που απαιτεί επανάληψη μετά 5 έτη).

    • Εμβόλια Ανεμευλογιάς – Έρπητα Ζωστήρα

      Το εμβόλιο Ανεμευλογιάς συνιστάται σε όλους τους ενήλικες που δεν έχουν εκτεθεί στην ανεμευλογιά και γίνεται σε μία δόση.
        Το εμβόλιο Έρπητα Ζωστήρα είναι επίσης μία δόση και συνιστάται σε όλους τους ενήλικες > 60 ετών που έχουν εκτεθεί ως παιδιά στην ανεμευλογιά και άρα είναι πιθανό να εμφανίσουν κάποια στιγμή αναζωπύρωση του ιού ως έρπητα ζωστήρα. Πρόκειται για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Το εμβόλιο γίνεται ακόμα και αν κάποιος έχει εμφανίσει ήδη έρπη ζωστήρα.

    • Εμβόλια μετά Σπληνεκτομή

        Η αφαίρεση του σπληνός είτε μετατραυματική (π.χ λόγω τροχαίου ατυχήματος) είτε προγραμματισμένη χειρουργική (π.χ σε παγκρεατεκτομή ή σε σπληνικό λέμφωμα) καταλείπει έκπτωση της ανοσίας έναντι συγκεκριμένων βακτηρίων με κάψα: Strep. pneumoniae (πνευμονιόκοκκος), Neisseria meningitides (μηνιγγιτιδόκοκκος), Haemophilus influenzae (αιμόφιλος). Τα δύο πρώτα είναι τα σοβαρότερα και υπάρχει κίνδυνος ταχέως εξελισσόμενης σήψης από αυτά. Για τη πρόληψη αυτής της επιπλοκής συνιστώνται:

      α. τα εμβόλια έναντι πνευμονιοκόκκου (και τα δύο, 13-δύναμο και 23-δύναμο, όπως αναφέρονται πιο πάνω).
      β. τα εμβόλια έναντι μηνιγγιτιδοκόκκου (τόσο το πολυσακχαριδικό όσο και το νεότερο συζευγμένο για τη μηνιγγίτιδα οροτύπου Β που κυριαρχεί στην Ελλάδα).
      γ. το εμβόλιο έναντι αιμοφίλου.
      δ. η άμεση έναρξη αντιβίωσης δραστικής έναντι του πνευμονιοκόκκου (πενικιλλίνη, αμοξυκιλλίνη, Augmentin) με τη πρώτη ένδειξη λοίμωξης, δηλαδή όταν εμφανιστεί πυρετός > 38 oC, και πριν εξεταστεί ο ασθενής από ιατρό.

    • Εμβόλιο HPV (Human Papilloma Virus)

      Συνιστάται σε όλες τις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας πριν τα 25 έτη.

    • Εμβόλιο Ηπατίτιδας Β

        Συνιστάται σε όλους τους σεξουαλικά ενεργούς ενήλικες που δεν έχουν εμβολιαστεί μέσω του υποχρεωτικού εμβολιασμού παίδων – εφήβων. Γίνεται σε τρεις δόσεις.

    • Εμβόλιο Ιλαράς

        Λόγω της τρέχουσας επιδημίας ιλαράς, συνιστάται ο εμβολιασμός με μία δόση MMR σε ενήλικες που είναι: φοιτητές, γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, επαγγελματίες υγείας ή ταξιδιώτες σε περιοχές με έξαρση της νόσου. Όσοι έχουν κάνει στο παρελθόν μόνο μία δόση του MMR, ή υποβλήθηκαν σε μέτρηση τίτλου αντισωμάτων και βρέθηκαν μη προστατευτικά (χαμηλός τίτλος), συνιστάται να κάνουν μία δόση εμβολίου.

    • Εμβόλια ταξιδιωτών

        Ανάλογα με τον προορισμό, τη διάρκεια του ταξιδιού και τη κατάσταση υγείας του ταξιδιώτη συνιστώνται διαφορετικά εμβόλια ή χημειοπροφύλαξη (όπως αυτή που δίδεται για πρόληψη της ελονοσίας).
  • Ενδοκαρδίτιδα

    Είναι η λοίμωξη των βαλβίδων της καρδιάς (μιτροειδούς, αορτικής, τριγλώχινας), φυσικών ή προσθετικών.

      Προσβάλλονται κυρίως άτομα με προδιαθεσικούς παράγοντες όπως: η προϋπάρχουσα προσθετική βαλβίδα, η προϋπάρχουσα βαλβιδοπάθεια από ρευματική νόσο ή συγγενώς (στροβιλώδης ροή αίματος πέριξ της βαλβίδας για οποιοδήποτε λόγο) και η ενδοφλέβια χρήση ουσιών. Στους ασθενείς αυτούς μια παροδική βακτηριαιμία όπως π.χ με στρεπτόκκκο της χλωρίδας του στόματος κατά τη διάρκεια οδοντιατρικής πράξης μπορεί να οδηγήσει σε λοίμωξη της βαλβίδας. Αποτέλεσμα της λοίμωξης είναι η σταδιακή βλάβη της λειτουργίας της βαλβίδας (ανεπάρκεια) και τελικά της ίδιας της καρδιάς, καθώς και η διασπορά του βακτηρίου μέσω της κυκλοφορίας του αίματος σε όλο το σώμα.

      Πρώτο αίτιο είναι ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος (Staphylococcus aureus). Ο χρυσίζων σταφυλόκοκκος προκαλεί οξεία ενδοκαρδίτιδα που καταστρέφει ταχέως τη λειτουργία της βαλβίδας, φυσικής ή προσθετικής. Ακολουθούν οι στρεπτόκοκκοι (της ομάδας των πρασινιζόντων – χλωρίδα στόματος) που παραδοσιακά θεωρούνταν ως πρόσφατα το συχνότερο παθογόνο. Ακολουθούν οι εντερόκοκκοι και οι επιδερμικοί σταφυλόκοκκοι (Coagulase – Negative Staphylococci). Λιγότερο συχνά παθογόνα είναι οι μύκητες (σε προσθετικές βαλβίδες), η βρουκέλλωση, η Bartonela henselae κ.ά.  

      Οι ενδοκαρδίτιδες εκδηλώνονται ως οξείες ή υποξείες λοιμώξεις. Συνήθως υπάρχει πυρετός με ρίγος ή φρίκια για εβδομάδες ή και μήνες, που ανταποκρίνεται στα συνήθη αντιβιοτικά αλλά επανεμφανίζεται μόλις αυτά κοπούν. Έτσι οι ασθενείς εισάγονται στο νοσοκομείου για την αντιμετώπιση παρατεινόμενου εμπυρέτου. Άλλα συμπτώματα είναι: εξάνθημα σε κνήμες – παλάμες – πέλματα, δύσπνοια, κακουχία – εύκολη κόπωση.

      Η ενδοκαρδίτιδα προσθετικής (ή αλλιώς μεταλλικής) βαλβίδας εμφανίζεται το πρώτο χρόνο μετά το χειρουργείο αντικατάστασης βαλβίδας και συνήθως εισβάλλει με υψηλό πυρετό – ρίγη. Έτσι η διάγνωση σπάνια διαλάθει.

      Οι επιπλοκές της νόσου είναι πολλές και σοβαρές: πνευμονικό οίδημα – καρδιακή ανεπάρκεια, σοβαρές αρρυθμίες, εγκεφαλικό επεισόδιο, μετάσταση της λοίμωξης οπουδήποτε στο σώμα κ.ά.

      Η διάγνωση απαιτεί τη κλινική υποψία του ιατρού. Ιδίως η παρουσία κατά την εξέταση νέου φυσήματος στην ακρόαση της καρδιάς καθιστά τη διάγνωση πιο πιθανή. Αυτή τελικά τίθεται με την ανίχνευση μικροβίου στο αίμα του ασθενή (δηλ. θετικές αιμοκαλλιέργειες) και με συμβατό υπερηχογράφημα καρδιάς, διαθωρακικό ή διοισοφάγειο (όπου η κεφαλή του υπερήχου προωθείται στον οισοφάγο του ασθενή υπό ελαφρά νάρκωση). Εκεί διαπιστώνεται η παρουσία εκβλάστησης πάνω στη βαλβίδα που πάσχει (μισχωτό προβάλλον μόρφωμα από ινική – αιμοπετάλια – μικροοργανισμούς). Άλλα ευρήματα κατά τη διάγνωση είναι: αναιμία (χαμηλός αιματοκρίτης), αυξημένοι δείκτες φλεγμονής, αιματουρία, αποστήματα πνευμόνων ή σπληνός ή νεφρού ή αλλού.

      Η θεραπεία συνιστάται στη χορήγηση υψηλών δόσεων βακτηριοκτόνων αντιβιοτικών για τουλάχιστον 6 εβδομάδες, εντός του νοσοκομείου και υπό στενή παρακολούθηση.

      Ενίοτε η φαρμακευτική αγωγήδεν αρκεί, παρά χρειάζεται και χειρουργική αντιμετώπιση της λοίμωξης, δηλαδή αντικατάσταση της βαλβίδας με νέα. Ενδείξεις για χειρουργική αντιμετώπιση ενδοκαρδίτιδας είναι:

    • η οξεία ανεπάρκεια της βαλβίδας ή το πνευμονικό οίδημα.
    • η εμμένουσα βακτηριαιμία παρά την αγωγή.
    • το απόστημα πέριξ της βαλβίδας.
    • η εύρεση δύσκολου παθογόνου που δεν αντιμετωπίζεται μόνο φαρμακευτικά όπως ο S.aureus, η βρουκέλλα, οι μύκητες.

      Ειδική περίπτωση ενδοκαρδίτιδας είναι η λοίμωξη καλωδίων βηματοδότη ή απινιδιστή. Συνήθως συμβαίνουν τα πρώτα χρόνια μετά τη τοποθέτηση τους.

      Δυστυχώς απαιτείται πάντοτε η αφαίρεση του ξένου σώματος (θήκη και καλώδια βηματοδότη ή απινιδιστή) και η τοποθέτηση νέου συστήματος σε δεύτερο χρόνο. Αν όμως η λοίμωξη αφορά μόνο τη θήκη του βηματοδότη στο δέρμα και αποκλειστεί η επέκταση της στα καλώδια και δεν υπάρχει μικρόβιο στη κυκλοφορία του αίματος, μπορεί να γίνει προσπάθεια διάσωσης του βηματοδότη αλλάζοντας τη θέση της θήκης στο υποδόριο.

          

  • Ηπατίτιδες

      Οι ηπατίτιδες (A, B, C, D, E) είναι ιογενείς λοιμώξεις που προσβάλλουν το ήπαρ και προκαλούν οξείες και χρόνιες λοιμώξεις του οργάνου. Τα χαρακτηριστικά της οξείας ηπατίτιδας είναι κοινά για όλους τους ιούς και είναι τα εξής:

    • Πολύ αυξημένες τρανσαμινάσες (ηπατικά ένζυμα AST, ALT) > 1000 IU/ml

    • Συμπτώματα: δεκατική πυρετική κίνηση, καταβολή – ανορεξία, αίσθημα βάρους στο ήπαρ, ίκτερος (κιτρίνη χροιά, πιο ορατή στους επιπεφυκότες των οφθαλμών), υπέρχρωση ούρων, αποχρωματισμός κοπράνων).
    1. Ηπατίτιδα Α

        H ηπατίτιδα Α οφείλεται στον ιό Ηπατίτιδας Α (HAV) και μεταδίδεται μέσω της κοπρανο - στοματικής οδού. Μπορεί να μεταδοθεί από κατανάλωση νερού ή τροφής μολυσμένων με τον ιό. Ο ιός αποβάλλεται στα κόπρανα και μπορεί να μολύνει νερό και τροφές (όπως συχνά όστρακα) σε συνθήκες κακής υγιεινής. Η ηπατίτιδα εκδηλώνεται 2 – 6 εβδομάδες μετά τη μόλυνση με τον ιό. Τα συμπτώματα είναι αυτά της οξείας ηπατίτιδας αλλά και διάρροια. Δεν μεταπίπτει σε χρονιότητα, υπάρχει όμως μικρή πιθανότητα κεραυνοβόλου ηπατίτιδας – οξείας ηπατικής ανεπάρκειας. Μετά από λίγες εβδομάδες η νόσος αποδράμει. Διαγιγνώσκεται εργαστηριακά με αυξημένες τρανσαμινάσες και θετικά αντισώματα IgM έναντι του HAV. Δεν υπάρχει διαθέσιμη  θεραπεία, η αγωγή είναι υποστηρικτική. Η πρόληψη είναι δυνατή με το διαθέσιμο εμβόλιο.

    2. Ηπατίτιδα Β

        Η ηπατίτιδα Β είναι η συχνότερη όλων. Ο ιός HBV μεταδίδεται από τη μητέρα στο νεογνό (περιγεννητική μετάδοση), με τη σεξουαλική επαφή με ασθενή που πάσχει, καθώς και με έκθεση σε αίμα πάσχοντα (μετάγγιση, ατύχημα με βελόνη, κοινή ενδοφλέβια χρήση). Μπορεί να διαδράμει ασυμπτωματική ή να εμφανίσει τα τυπικά συμπτώματα της οξείας ηπατίτιδας που περιγράφηκαν πιο πάνω 30 – 60 ημέρες μετά την έκθεση. Εκτός από τα συνήθη συμπτώματα, η οξεία ηπατίτιδα Β μπορεί να εκδηλωθεί επίσης με εξάνθημα, αρθρίτιδα, αγγειΐτιδα ή σπειραματονεφρίτιδα. Σπάνια εκδηλώνεται ως οξεία κεραυνοβόλος ηπατίτιδα που μπορεί να είναι θανατηφόρα. Στις λοιπές περιπτώσεις είναι αυτοϊώμενη νόσος, υπάρχει όμως πιθανότητα μετάπτωσης σε χρονιότητα. Διαγιγνώσκεται με την ανίχνευση του αντιγόνου της επιφανείας (HBsAg), ή αντισωμάτων έναντι του πυρήνα (anti - HB core), ή του γενετικού υλικού του ιού στο αίμα (HBV DNA).

        Με τη μετάπτωση σε χρόνια λοίμωξη, αρχίζει μια χρόνια φλεγμονή στο ήπαρ, που οδηγεί μετά από χρόνια σε κίρρωση ήπατος και σπανιότερα σε καρκίνο ήπατος. Η εξέλιξη αυτή προλαμβάνεται με τη σωστή παρακολούθηση του ασθενή και την έναρξη θεραπείας. Οι διαθέσιμες σήμερα θεραπείες ελέγχουν αποτελεσματικά τον πολλαπλασιασμό του ιού, δυστυχώς όμως δεν πετυχαίνουν εκρίζωση του ιού από το ήπαρ.

    3. Ηπατίτιδα C

        Η ηπατίτιδα C μεταδίδεται σχεδόν αποκλειστικά αιματογενώς (κοινή χρήση ενδοφλεβίως ουσιών, ατύχημα με βελόνη, μετάγγιση αίματος). Λιγότερο συχνά μεταδίδεται περιγεννητικά (από τη μητέρα στο νεογνό) και κατά τη σεξουαλική επαφή μεταξύ ανδρών. Συμπτώματα οξείας ηπατίτιδας συνήθως δεν εμφανίζονται. Το ¼ των ατόμων που εκτέθηκαν στον ιό HCV τον ‘καθαρίζουν’, ενώ στα ¾ των περιπτώσεων ο ιός μεταπίπτει σε χρόνια λοίμωξη. Τόσο η οξεία όσο και η χρόνια λοίμωξη είναι συνήθως ασυμπτωματικές, ενώ η διάγνωση τίθεται με τα αντισώματα έναντι του ιού (anti – HCV) ή με την ανίχνευση του RNA του στο αίμα.

        Η χρόνια HCV λοίμωξη οδηγεί και αυτή προοδευτικά σε ηπατική ίνωσηκίρρωση και ενίοτε σε ηπατοκυτταρικό καρκίνο. Η εξέλιξη αυτή είναι ταχύτερη σε ανθρώπους που έχουν ταυτόχρονα συλλοίμωξη με τον ιό HBV ή τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV). Τα τελευταία χρόνια διατίθενται αποτελεσματικά φάρμακα που - χορηγούμενα για μόλις 3 μήνες - επιτυγχάνουν θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας C στο 95% των περιπτώσεων.

    4. Ηπατίτιδα D

      Η ηπατίτιδα D προκαλείται από τον ιό της ηπατίτιδας D (HDV), αποκλειστικά σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β. Ο HDV μεταδίδεται όπως και ο HBV και κυρίως προκαλεί νόσο σε χρήστες ουσιών ενδοφλεβίως είτε μεταδιδόμενος μαζί με τον HBV είτε ως επιλοίμωξη σε χρόνια ηπατίτιδα Β.

    5. Ηπατίτιδα Ε

        Ο ιός HEV μεταδίδεται με τη κοπρανο – στοματική οδό, δηλαδή με τη κατανάλωση μολυσμένης τροφής ή νερού κυρίως στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Σε υγιείς νέους μοιάζει με την ηπατίτιδα Α (οξεία νόσος, σπανίως κεραυνοβόλος ηπατίτιδα). Στις εγκύους που προσβάλλονται από την ηπατίτιδα Ε υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής νόσου. Τέλος, ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς π.χ με μεταμόσχευση οργάνου που εκτίθενται στον HEV εμφανίζουν χρόνια ηπατίτιδα Ε και ακολούθως κίρρωση.
  • Λοιμώξεις Αναπνευστικού

      Οι λοιμώξεις του αναπνευστικού είναι οι συνηθέστερες λοιμώξεις της κοινότητας. Προσβάλλουν τόσο υγιείς ενήλικες και παιδιά όσο και ηλικιωμένους ασθενείς με συννοσηρότητες. Το κλινικό εύρος είναι τεράστιο και ποικίλλει από το απλό κρυολόγημα που οφείλεται σε ιό και αυτοϊάται μέχρι τη βακτηριακή πνευμονία που μπορεί να χρειαστεί νοσηλεία και να θέσει σε κίνδυνο ασθενείς με προϋπάρχοντα νοσήματα. Διακρίνονται αδρά σε λοιμώξεις του ανωτέρου ή κατωτέρου αναπνευστικού.

    ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ

    1. Ρινοφαρυγγίτιδα

        Πρόκειται για το κοινό κρυολόγημα, που εκδηλώνεται με δεκατική πυρετική κίνηση, κακουχία, ρινική καταρροή, κυνάγχη και βήχα. Οφείλεται σε ρινοϊούς, κορόνα – ιούς, αδενοϊούς κ.ά. Διαρκεί συνολικά λιγότερο από μία εβδομάδα. Η αγωγή είναι συμπτωματική (αντιπυρετικά, αποσυμφορητικά) καθώς δεν υπάρχει ειδική θεραπεία. Επιπλοκές του κοινού κρυολογήματος είναι η παραρρινοκολπίτιδα και η ωτίτιδα.

    2. Παραρρινοκολπίτιδα

        Είναι συνήθως επιπλοκή μιας απλής ρινίτιδας όταν η φλεγμονή επεκτείνεται προς τα ιγμόρεια άντρα ή τους μετωπιαίους κόλπους. Η παραρρινοκολπίτιδα εκδηλώνεται με ρινική συμφόρηση – καταρροή – παχύρρευστες ρινικές εκκρίσεις, άλγος προσώπου και πυρετό. Και αυτή είναι συνήθως ιογενής, εντούτοις μπορεί να επιπλακεί από μικροβιακή επιλοίμωξη: πνευμονιόκοκκος (Streptococcus pneumonia), Moraxella catarrhalis, Haemophilus influenzae και αναερόβια βακτήρια απαντούν στις λοιμώξεις αυτές. 
       
        Η διάγνωση είναι κλινική. Όταν υπάρχει η υποψία αποστήματος (συλλογή πύου στους κόλπους) ενδείκνυται η αξονική τομογραφία σπλαγχνικού κρανίου. Η θεραπεία είναι συνήθως συμπτωματική (αποσυμφορητικά, ρινικά spray με  κορτικοειδή, ρινικές πλύσεις με αλατόνερο). Όταν όμως τα συμπτώματα παρατείνονται πέραν της εβδομάδος και συνυπάρχουν πόνος στο ήμισυ του προσώπου και πυρετός >38C και δύσοσμες παχύρρευστες ρινικές εκκρίσεις είναι πιθανή η μικροβιακή λοίμωξη. Τότε πια συνιστάται η αντιμικροβιακή αγωγή από του στόματος για 7 – 14 ημέρες.

    3. Αμυγδαλίτιδα

        Πρόκειται για λοίμωξη των αμυγδαλών – φάρυγγα. Οι αμυγδαλές είναι λεμφικός ιστός. Η αμυγδαλίτιδα είναι συνηθέστερη στα παιδιά – εφήβους – νέους ενήλικες. Εκδηλώνεται με υψηλό πυρετό, πόνο στο φάρυγγα – δυσκαταποσία και απουσία βήχα. Επιπλοκές της αμυγδαλίτιδας είναι το φαρυγγικό απόστημα (τοπική επέκταση της λοίμωξης, αντιμετωπίζεται χειρουργικά) και ο ρευματικός πυρετός (προσβολή βαλβίδων καρδιάς, τείνει να εκλείψει). Οφείλεται στις περισσότερες περιπτώσεις στο Streptococcus pyogenes (GAS).

        Διαγιγνώσκεται κλινικά με τη παρουσία εξιδρώματος στις αμυγδαλές, με τραχηλική λεμφαδενοπάθεια και απουσία βήχα. Στους ενήλικες η διάγνωση στρεπτοκοκκικής αμυγδαλίτιδας επιβεβαιώνεται με Strep test ή καλλιέργεια φαρυγγικού επιχρίσματος. Η θεραπεία συνιστάται σε πενικιλλίνη ή παράγωγο της και διαρκεί 10 ημέρες.

    4. Ωτίτιδα

      Οι ωτίτιδεςδιακρίνονται σε:

      - Εξωτερική
      : αφορά τον έξω ακουστικό πόρο. Εκδηλώνεται με οξύ άλγος ωτός – πτερυγίου χωρίς πυρετό. Σχετίζεται με τη κολύμβηση σε μολυσμένο νερό και οφείλεται σε πολλά διαφορετικά βακτήρια με σημαντικότερο τη ψευδομονάδα (P.aeruginosa).

      - Μέση
      : αφορά το μέσο ούς, προς τα έσω του τυμπάνου. Χαρακτηρίζεται από συλλογή υγρού στο χώρο αυτό. Εκδηλώνεται με πυρετό, ωταλγία, βαρηκοΐα. Η μέση ωτίτις μπορεί να είναι ορώδης (ιογενής) ή πυώδης (βακτηριακή). Η διάκριση τους γίνεται κλινικά με την ωτοσκόπηση.

      - Εσωτερική
      (ή λαβυρινθίτιδα).

    ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΚΑΤΩΤΕΡΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ

    1. Πνευμονία

        Ως πνευμονία ορίζεται εκείνη η λοίμωξη του αναπνευστικού που συνοδεύεται από πύκνωση (ακτινοσκιερή βλάβη ή σκίαση ή θολερότητα) στην απλή ακτινογραφία ή στην αξονική τομογραφία θώρακος. Είναι η σοβαρότερη λοίμωξη του αναπνευστικού, αφορά σε φλεγμονή του πνευμονικού παρεγχύματος από λοίμωξη που αποκτάται είτε αερογενώς μέσω σταγονιδίων, είτε από βακτήρια του στοματοφάρυγγα, είτε καταλήγει στον πνεύμονα αιματογενώς μέσω της κυκλοφορίας από άλλη εστία.

        Η πνευμονία μπορεί να επιπλέξει τη πορεία γρίπης, κοινού κρυολογήματος ή άλλης λοίμωξης ανωτέρου αναπνευστικού, ή οξείας βρογχίτιδας. Δεν εμφανίζει εποχική κατανομή. Μπορεί να προσβάλει ασθενείς όλων των ηλικιών, από υγιείς νέους ενήλικες έως ηλικιωμένους ασθενείς με συννοσηρότητες. Από τους τελευταίους, ασθενείς με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, Καρδιακή ανεπάρκεια και Σακχαρώδη Διαβήτη βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο να νοσήσουν από σοβαρή πνευμονία που χρειάζεται νοσηλεία.

        Προκαλείται από διάφορα παθογόνα. Συχνότερο αίτιο είναι τα βακτήρια, και από αυτά οι μισές περιπτώσεις οφείλονται στον πνευμονιόκοκκο (Streptococcus pneumoniae). Ακολουθούν ο Haemophilus Influenzae, τα Chlamydia Pneumoniae και το Mycoplasma pneumoniae, η Legionella pneumophila, η Moraxella Catarrhalis, o Staphylococcus aureus και τα gram – αρνητικά βακτήρια (Klebsiella, Pseudomonas). Oι ιοί προκαλούν περίπου το ένα τρίτο των πνευμονιών. Πρόκειται για τους ιούς γρίπης, ρινοϊούς, κοροναϊούς, αδενοϊούς, αναπνευστικό συγκυτιακό ιό.

        H διάγνωση πνευμονίας τίθεται με την απλή ακτινογραφία θώρακος ή αν χρειαστεί με αξονική τομογραφία. Αντιμετωπίζεται με αντιμικροβιακή αγωγή για μία εβδομάδα, από του στόματος στο σπίτι ή ενδοφλεβίως στο νοσοκομείο. Η απόφαση για αντιμετώπιση στο σπίτι ή νοσηλεία στο νοσοκομείο εξαρτάται από τη κλινική εικόνα του ασθενή (αναπνευστική ανεπάρκεια ή όχι, σταθερή αρτηριακή πίεση ή όχι, δύσπνοια, ηλικία) και την ύπαρξη ή όχι συνοδών νοσημάτων.

    2. Βρογχίτιδα

         Η οξεία βρογχίτιδα εκδηλώνεται με χαμηλό συνήθως πυρετό, βήχα και συριγμό στην αναπνοή (wheezing ή «γατάκια»).
      Στη συντριπτική πλειοψηφία είναι ιογενής, συνεπώς δεν χρειάζονται αντιβιοτικά παρά μόνο βρογχοδιασταλτικά (inhalers).

        Αντίθετα η παρόξυνση της χρόνιας βρογχίτιδας είναι συχνά μικροβιακής αιτιολογίας και χρήζει αντιμικροβιακής αγωγής για 5-7 ημέρες. Αυτή εκδηλώνεται ως αυξημένη απόχρεμψη, δύσπνοια και πυρετός σε ασθενή με γνωστή Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια.
  • Λοιμώξεις Κεντρικών Καθετήρων

       Αυτές οφείλονται στη μόλυνση κεντρικών ‘γραμμών’, δηλαδή των φλεβικών καθετήρων που τοποθετούμε σε μεγάλα αγγεία που βρίσκονται στο τράχηλο (σφαγίτιδα φλέβα), στο θώρακα (υποκλείδια φλέβα, port-a-cath), στο μηρό (μηριαία φλέβα) ή στον αγκώνα (γραμμή PICC). Οι ‘γραμμές’ αυτές είναι απαραίτητες για τη νοσηλεία ασθενών στη ΜΕΘ ή και σε κοινό θάλαμο νοσηλείας όταν πρέπει να χορηγηθούν πολλά φάρμακα ενδοφλεβίως, ή χημειοθεραπεία ή να δοθεί στον ασθενή μεγάλος όγκος υγρών σε μικρό χρόνο (π.χ λόγω αιμορραγίας).

      Ο βασικός παράγοντας κινδύνου για τέτοιες λοιμώξεις είναι η χρήση του φλεβικού καθετήρα, συνεπώς όσο περισσότερο χρησιμοποιείται τόσο περισσότερο κινδυνεύει να αποικιστεί από νοσοκομειακά βακτήρια ή μύκητες. Ο κεντρικός φλεβικός καθετήρας μολύνεται στις περισσότερες περιπτώσεις από βακτήρια που βρίσκονται στο δέρμα του ασθενή ή στα χέρια του προσωπικού που χειρίζεται τη γραμμή.

      Προκαλούνται από σταφυλοκόκκους (Staphylococcus aureus, S. epidermidis) αλλά και από νοσοκομειακά στελέχη Pseudomonas aeruginosa, Klebsiella pneumoniae, Acinetobacter baumanii, Stenotrophomonas maltophila και μύκητες (Candida species). Η διάγνωση τους είναι σχετικά εύκολη, καθώς στις καλλιέργειες αίματος που λαμβάνονται μέσω του κεντρικού καθετήρα βρίσκουμε σχεδόν πάντα το αίτιο.
     
      Η αντιμετώπιση των λοιμώξεων αυτών συνιστάται στην αφαίρεση του μολυσμένου καθετήρα (εκτός ειδικών περιπτώσεων που μπορεί να γίνει προσπάθεια διάσωσης) και στην αντιμικροβιακή – αντιμυκητιασική αγωγή που χορηγείται ενδοφλεβίως για 14 ημέρες.

  • Νοσοκομειακές Λοιμώξεις

     Ως νοσοκομειακές ορίζονται οι λοιμώξεις εκείνες που:

    • Εκδηλώνονται > 48 ώρες μετά την εισαγωγή ασθενή στο νοσοκομείο και δεν βρίσκονταν σε περίοδο επώασης κατά την εισαγωγή.
    • Εκδηλώνονται ακόμα και 6 μήνες μετά την έξοδο του ασθενή από το νοσοκομείο, εφόσον οφείλονται σε βακτήρια με τα οποία αποικίστηκε αυτός κατά τη νοσηλεία του.

      Αποτελούν ένα σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας καθώς επιπλέκουν και παρατείνουν τη νοσηλεία ασθενών  που συχνά είναι βαρέως πάσχοντες με σημαντικές συννοσηρότητες. Παρότι σποραδικά προσβάλλονται από νοσοκομειακές λοιμώξεις και νέοι στην ηλικία ασθενείς που έχουν σύντομη νοσηλεία π.χ για κάποια χειρουργική επέμβαση, στις περισσότερες περιπτώσεις προσβάλλονται ασθενείς που φέρουν ήδη παράγοντες κινδύνου για σοβαρές λοιμώξεις όπως σακχαρώδη διαβήτη, καρκινοπαθείς υπό χημειοθεραπεία, παχύσαρκοι, ασθενείς με μακρά νοσηλεία και δη σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας ή άλλοι που υποβάλλονται σε μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις ή τέλος ασθενείς που για διαφόρους λόγους λαμβάνουν επί μακρόν αντιβιοτικά.

      Σε όλες αυτές τις ευπαθείς ομάδες ασθενών οι νοσοκομειακές λοιμώξεις μπορούν να αποβούν ακόμα και θανατηφόρες, ενώ  προκαλούνται συχνά από πολυανθεκτικούς μικροοργανισμούς για την αντιμετώπιση των οποίων δεν υπάρχουν πολλά διαθέσιμα αντιβιοτικά. Για αυτούς τους λόγους είναι σημαντικές η πρώιμη διάγνωση και η έγκαιρη και ορθή αντιμικροβιακή θεραπεία αυτών των λοιμώξεων.
    Συνηθέστερες είναι:

    1. Νοσοκομειακή πνευμονία ή πνευμονία του Αναπνευστήρα

        Σε κίνδυνο για πνευμονία βρίσκονται πρωτίστως διασωληνωμένοι ασθενείς σε ΜΕΘ, ειδικά  ασθενείς που παραμένουν επί μακρόν σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής ή που αποσωληνώθηκαν και επαναδιασωληνώθηκαν. Επίσης ασθενείς με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια ή που υποβλήθηκαν σε χειρουργείο καρδιάς (για Στεφανιαία νόσο ή βαλβιδοπάθεια) αλλά και ασθενείς που νοσηλεύονται με γρίπη ή με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια.
        Οι νοσοκομειακές πνευμονίες προκαλούνται συνηθέστερα από βακτήρια όπως η Klebsiella pneumoniae, το Acinetobacter baumanii και η Pseudomonas aeruginosa. Άλλα παθογόνα είναι διάφορα είδη Enterobacter και ο Staphylococcus aureus. Ιδίως τα πρώτα αποτελούν και τα πλέον ανθεκτικά παθογόνα που απαντώνται στις ΜΕΘ των νοσοκομείων. Η διάγνωση τίθεται με την εύρεση πύκνωσης (πνευμονίας) στην απλή ακτινογραφία ή αξονική τομογραφία θώρακος σε ασθενή που έχει πυρετό και αυξημένους δείκτες φλεγμονής.
        Η θεραπεία μιας νοσοκομειακής πνευμονίας είναι αρχικά εμπειρική, στηρίζεται δηλαδή στα επιδημιολογικά δεδομένα κάθε νοσοκομείου (ποια είναι τα συνηθέστερα βακτήρια και σε ποια αντιβιοτικά είναι ευαίσθητα). Μόλις υπάρξει μικροβιολογική τεκμηρίωση, δηλαδή βρεθεί το παθογόνο από καλλιέργειες πτυέλων ή αίματος και έχουμε το αντιβιόγραμμα του, τροποποιείται αναλόγως η αγωγή και γίνεται πλέον στοχευμένη. Είναι υποχρεωτικά ενδοφλέβια αγωγή και διαρκεί 7 – 14 ημέρες.


    2.  Λοιμώξεις Κεντρικών Φλεβικών Καθετήρων

         Αυτές οφείλονται στη μόλυνση κεντρικών ‘γραμμών’, δηλαδή των φλεβικών καθετήρων που τοποθετούμε σε μεγάλα αγγεία που βρίσκονται στο τράχηλο (σφαγίτιδα φλέβα), στο θώρακα (υποκλείδια φλέβα, port-a-cath), στο μηρό (μηριαία φλέβα) ή στον αγκώνα (γραμμή PICC). Οι ‘γραμμές’ αυτές είναι απαραίτητες για τη νοσηλεία ασθενών στη ΜΕΘ ή και σε κοινό θάλαμο νοσηλείας όταν πρέπει να χορηγηθούν πολλά φάρμακα ενδοφλεβίως, ή χημειοθεραπεία ή να δοθεί στον ασθενή μεγάλος όγκος υγρών σε μικρό χρόνο (π.χ λόγω αιμορραγίας). Ο βασικός παράγοντας κινδύνου για τέτοιες λοιμώξεις είναι η χρήση του φλεβικού καθετήρα, συνεπώς όσο περισσότερο χρησιμοποιείται τόσο περισσότερο κινδυνεύει να αποικιστεί από νοσοκομειακά βακτήρια ή μύκητες. Ο κεντρικός φλεβικός καθετήρας μολύνεται στις περισσότερες περιπτώσεις από βακτήρια που βρίσκονται στο δέρμα του ασθενή ή στα χέρια του προσωπικού που χειρίζεται τη γραμμή.
        Προκαλούνται από σταφυλοκόκκους (Staphylococcus aureus, S. epidermidis) αλλά και από νοσοκομειακά στελέχη Pseudomonas aeruginosa, Klebsiella pneumoniae, Acinetobacter baumanii, Stenotrophomonas maltophila και μύκητες (Candida species). Η διάγνωση τους είναι σχετικά εύκολη, καθώς στις καλλιέργειες αίματος που λαμβάνονται μέσω του κεντρικού καθετήρα βρίσκουμε σχεδόν πάντα το αίτιο.
         Η αντιμετώπιση των λοιμώξεων αυτών συνιστάται στην αφαίρεση του μολυσμένου καθετήρα (εκτός ειδικών περιπτώσεων που μπορεί να γίνει προσπάθεια διάσωσης) και στην αντιμικροβιακή – αντιμυκητιασική αγωγή που χορηγείται ενδοφλεβίως για 14 ημέρες.

    3.  Χειρουργικές Λοιμώξεις

         Επιπλέκουν οποιαδήποτε χειρουργική επέμβάση, συνηθέστερα όμως στη κοιλιά (πεπτικό σύστημα: κολεκτομή, παγκρεατεκτομή, σκωληκοειδεκτομή, χολεκυστεκτομή). Αλλά και επεμβάσεις στο ουροποιητικό (προστατεκτομή, ενδοσκοπική λιθοτριψία), στο μυοσκελετικό σύστημα (σπονδυλική στήλη, ισχία), στο θώρακα και στη καρδιά μπορούν να συνοδευτούν από λοιμώξεις άλλοτε άλλης βαρύτητας. Για την εμφάνιση τους παίζουν ρόλο:   
           -
      παράγοντες του ασθενή: φορεία MRSA (S. aureus), σακχαρώδης διαβήτης
           - παράγοντες του τύπου της επέμβασης: προετοιμασία του εντέρου προεγχειρητικά, τοποθέτηση – χρήση ξένων σωμάτων  όπως πλέγματα που χρησιμοποιούνται σε κήλες του κοιλιακού τοιχώματος, προσθετικές αρθρώσεις ισχίων – γονάτων κ.ά
           - εξατομικευμένες διεγχειρητικές επιπλοκές όπως ισχαιμία στέρνου μετά από θωρακοτομή που οδηγεί σε μεσοθωρακίτιδα, ή διαφυγή εντερικού περιεχομένου μετά από αναστόμωση τμημάτων εντέρου που οδηγεί σε ενδοκοιλιακή συλλογή υγρού και πυρετό.
        Εκδηλώνονται από μερικές ώρες - ημέρες μέχρι λίγες εβδομάδες μετά τη χειρουργική επέμβαση, είτε ως διαπύηση – ερυθρότητα του χειρουργικού τραύματος είτε ως πυρετός που παραδείγματι συνοδεύεται από την ανάδειξη (με υπέρηχο ή αξονική τομογραφία) συλλογών υγρού μεσα στη κοιλιά. Προκαλούνται από σταφυλοκόκκους της χλωρίδας του δέρματος (π.χ S. aureus) ή μικρόβια της εντερικής χλωρίδας και του ουροποιητικού όπως  το κολοβακτηρίδιο και οι εντερόκοκκοι.
        Για την αντιμετώπιση τους χρειάζεται συνήθως εκτός από τα αντιβιοτικά και χειρουργική αντιμετώπιση. Αυτή μπορεί να είναι χειρουργικός καθαρισμός, παροχέτευση των συλλογών υπό καθοδήγηση με υπέρηχο ή αξονική, αντικατάσταση προσθετικής άρθρωσης ή άλλη χειρουγική παρέμβαση.


    4. Ουρολοιμώξεις

         Οι ουρολοιμώξεις είναι συχνή επιπλοκή του μακροχρόνιου καθετηριασμού της ουροδόχου κύστης είτε εντός είτε εκτός του νοσοκομείου. Έχει βρεθεί ότι κάθε ουροκαθετήρας αποικίζεται με μικρόβια μετά τις δύο εβδομάδες από τη τοποθέτηση του. Αυτό διαπιστώνεται εύκολα με τη καλλιέργεια ούρων. Εντούτοις, η θετική καλλιέργεια ούρων σε ασθενή με καθετήρα δεν είναι απαραίτητα λόγος για να δοθεί αντιμικροβιακή αγωγή, ούτε για να αφαιρεθεί – αλλαχθεί ο καθετήρας.
        Αντιβιοτικά χρειάζονται μόνο όταν υπάρχουν συμπτώματα που αποδίδονται σε ουρολοίμωξη, δηλαδή υψηλός πυρετός ή διαταραχή του επιπέδου συνείδησης σε ηλικιωμένους. Σε αυτές τις περιπτώσεις χορηγείται ενδοφλέβια αντιμικροβιακή αγωγή για 7 – 14 ημέρες βάσει της καλλιέργειας ούρων και ο καθετήρας αντικαθίσταται με καινούριο.
        Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι πλέον συνιστάται η αλλαγή του καθετήρα μόνον όταν αυτός δεν λειτουργεί ή προκαλέσει ουρολοίμωξη. Αντίθετα η περιοδική αντικατάσταση του καθετήρα δεν συνιστάται πια.

    5. Νοσοκομειακή Μηνιγγίτιδα

         Είναι αρκετά σπάνια αλλά πολύ σοβαρή λοίμωξη που εμφανίζεται μετά από χειρουργικές επεμβάσεις στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα.
         Επιπλέκει τη τοποθέτηση βαλβίδας (shunt) παροχέτευσης υδροκεφάλου, καθώς και επεμβάσεις για όγκους ή κακώσεις ή μεγάλες αιμορραγίες με κρανιοτομή, αλλά και τη τοποθέτηση καθετήρων στο κοιλιακό σύστημα  του εγκεφάλου για παροχέτευση του Εγκεφαλονωτιαίου υγρού σε πολυτραυματίες (κοιλιΐτιδα). Οι νοσοκομειακές λοιμώξεις του κεντρικού νευρικού συστήματος προκαλούνται από καθαρά νοσοκομειακά βακτηριακά στελέχη.
         Οι λοιμώξεις αυτές αντιμετωπίζονται με ενδοφλέβια χορήγηση αντιμικροβιακών για τουλάχιστον 3 εβδομάδες με βάση τα ευρήματα των καλλιεργειών. Κατά περίπτωση εφαρμόζεται και έγχυση αντιβιοτικών μέσα στο κοιλιακό σύστημα του εγκεφάλου.
  • Ορθή Χρήση Αντιβιωτικών

      Θεωρούμε απαραίτητο για τους ιατρούς όλων των ειδικοτήτων – αλλά ιδιαίτερα για τους Λοιμωξιολόγους – να προωθούν και να εφαρμόζουν οι ίδιοι την ορθή χρήση των αντιβιοτικών.

      Τα αντιβιοτικά είναι φάρμακα και ως τέτοια πρέπει να λαμβάνονται μόνο όταν είναι απαραίτητο. Η αναίτια λήψη οποιουδήποτε φαρμάκου έχει ποικίλες επιπτώσεις (σοβαρές παρενέργειες, αλληλεπιδράσεις φαρμάκων, αλλεργίες, κόστος κ.α). Σε αντίθεση όμως με τα άλλα φάρμακα των οποίων οι ανεπιθύμητες ενέργειες αφορούν μόνο το πρόσωπο που τα λαμβάνει, η συχνή και αναίτια λήψη αντιβιοτικών έχει σοβαρές επιπτώσεις στη κοινότητα, σε όλους μας, τελικά στο ίδιο το οικοσύστημα.

      Στην Ελλάδα, η χρόνια υπερκατανάλωση αντιβιοτικών στην κοινότητα – χωρίς συνταγή ιατρού αλλά συχνά δυστυχώς και με ευθύνη των ιατρών – και η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών στα νοσοκομεία έχει οδηγήσει σε φαινόμενα όπως:

    • Απλές λοιμώξεις της κοινότητας π.χ ουρολοιμώξεις, μπορεί να προκαλούνται από βακτήρια με προχωρημένους μηχανισμούς αντοχής που παλιότερα συναντούσαμε μόνο στα νοσοκομεία (όπως κολοβακτηρίδιο που παράγει ευρέως φάσματος β-λακταμάση ESBL).
    • Αντιβιοτικά όπως οι μακρολίδες (τα γνωστά Klaricid, Zithromax) που θα μπορούσαν να αποτελούν χρήσιμες εναλλακτικές επιλογές σε λοιμώξεις του ανωτέρου ή κατωτέρου αναπνευστικού, έχουν ουσιαστικά αχρηστευθεί λόγω της υπερβολικής χρήσης των.  Ο πνευμονιόκοκκος (αίτιο της πνευμονίας) και ο πυογόνος στρεπτόκοκκος (αίτιο της αμυγδαλίτιδας) έχουν πια αντοχή σε αυτά τα αντιβιοτικά.
    • Η αντοχή των νοσοκομειακών στελεχών βακτηρίων σε ευρέος φάσματος ενέσιμα αντιβιοτικά βαίνει επιδεινούμενη και καθιστά προβληματική την αντιμετώπιση των νοσοκομειακών λοιμώξεων.

    Μερικοί απλοί τρόποι ώστε να αποφεύγεται η άσκοπη χρήση αντιβιοτικών είναι:

    1. Μην ξεκινάτε αντιβιοτικά για απλές λοιμώξεις του ανωτέρου αναπνευστικού με καταρροή – βήχα – δέκατα (δηλαδή θερμοκρασία <38 C). Πρόκειται για ιώσεις και η λήψη αντιβίωσης δεν θα επισπεύσει την ίαση.
    2. Μην παίρνετε αντιβιοτικά χωρίς να εξετασθείτε πρώτα από τον ιατρό σας.
    3. Νεότερα ισχυρά αντιβιοτικά όπως οι κινολόνες (Ciproxin, Norocin, Avelox) είναι πολύτιμα για τη καταπολέμηση δύσκολων λοιμώξεων. Καλό είναι να χρησιμοποιούνται μόνο με συνταγή ιατρού. Ειδικά η σιπροφλοξασίνη (Ciproxin) δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στις απλές κυστίτιδες των γυναικών παρά μόνο στις πυελονεφρίτιδες όταν συνυπάρχει πυρετός.
    4. Κάθε πυρετός δεν οφείλεται σε μικροβιακή λοίμωξη. Στις περισσότερες περιπτώσεις μπορεί κανείς να περιμένει 2-3 ημέρες, διάστημα μετά το οποίο οι συνήθεις ιώσεις υποχωρούν.
    5. Αν εμφανίζετε συμπτώματα γρίπης (υψηλός πυρετός, κακουχία, μυαλγίες, κεφαλαλγία) η έναρξη αντιβίωσης δεν θα βοηθήσει, αντίθετα μπορεί να βοηθήσει η άμεση έναρξη αντιϊικής αγωγής (Tamiflu).
    6. Οι μακρολίδες (Klaricid, Zithromax) έχουν χάσει εν πολλοίς τη δραστικότητα τους. Η λήψη τους τις περισσότερες φορές δεν ωφελεί.
    7. Εφόσον λαμβάνετε αντιβίωση, ακολουθήστε τις οδηγίες του ιατρού σας για το πότε να τη διακόψετε. Η παράταση της αγωγής με αντιβιοτικά μπορεί να βλάψει (παρενέργειες, ανάπτυξη αντοχής) χωρίς κανένα περαιτέρω όφελος στη λοίμωξη για την οποία δόθηκε.
    8. Η ασυμπτωματική βακτηριουρία (δηλαδή η εύρεση μικροβίου στη καλλιέργεια ούρων) όταν δεν υπάρχουν συμπτώματα (όπως πόνος στην ούρηση) και πυρετός,  δεν αποτελεί λόγο λήψης αντιβιοτικών. Πολύ συχνά το μικρόβιο επιστρέφει μετά το πέρας της αγωγής. Αυτή η κατάσταση είναι συχνή σε ηλικιωμένες γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη, νεότερες γυναίκες με υποτροπιάζουσες κυστίτιδες και άνδρες με χρόνια προστατίτιδα. Όταν υπάρχουν συμπτώματα (πόνος στην ούρηση, κάψιμο, τσούξιμο) πρέπει να χορηγείται αγωγή, ενίοτε δε και μακροχρόνια χημειοπροφύλαξη. Στις άλλες περιπτώσεις δεν συνιστάται αντιμικροβιακή αγωγή.
    9. Εναπόκειται στον ιατρό, όταν επιλέξει να χορηγήσει αντιβιοτικό, να δώσει το λιγότερο προωθημένο ή παλαιότερο αντιβιοτικό που έχει ένδειξη για τη συγκεκριμένη λοίμωξη. Ακόμα κι αν χορηγήσει στην αρχή προωθημένο αντιβιοτικό, μπορεί να το αλλάξει αργότερα ανάλογα με τη κλινική πορεία του ασθενή, τα εργαστηριακά ευρήματα και τα αποτελέσματα των καλλιεργειών. Αυτή η αρχή έχει εφαρμογή για όλες τις λοιμώξεις είτε θεραπεύονται εντός είτε εκτός του νοσοκομείου.
  • Πνευμονίες

       Σε κίνδυνο για πνευμονία βρίσκονται πρωτίστως διασωληνωμένοι ασθενείς σε ΜΕΘ, ειδικά  ασθενείς που παραμένουν επί μακρόν σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής ή που αποσωληνώθηκαν και επαναδιασωληνώθηκαν. Επίσης ασθενείς με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια ή που υποβλήθηκαν σε χειρουργείο καρδιάς (για Στεφανιαία νόσο ή βαλβιδοπάθεια) αλλά και ασθενείς που νοσηλεύονται με γρίπη ή με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια.

       Οι νοσοκομειακές πνευμονίες προκαλούνται συνηθέστερα από βακτήρια όπως η Klebsiella pneumoniae, το Acinetobacter baumanii και η Pseudomonas aeruginosa. Άλλα παθογόνα είναι διάφορα είδη Enterobacter και ο Staphylococcus aureus. Ιδίως τα πρώτα αποτελούν και τα πλέον ανθεκτικά παθογόνα που απαντώνται στις ΜΕΘ των νοσοκομείων. Η διάγνωση τίθεται με την εύρεση πύκνωσης (πνευμονίας) στην απλή ακτινογραφία ή αξονική τομογραφία θώρακος σε ασθενή που έχει πυρετό και αυξημένους δείκτες φλεγμονής.

      Η θεραπεία μιας νοσοκομειακής πνευμονίας είναι αρχικά εμπειρική, στηρίζεται δηλαδή στα επιδημιολογικά δεδομένα κάθε νοσοκομείου (ποια είναι τα συνηθέστερα βακτήρια και σε ποια αντιβιοτικά είναι ευαίσθητα). Μόλις υπάρξει μικροβιολογική τεκμηρίωση, δηλαδή βρεθεί το παθογόνο από καλλιέργειες πτυέλων ή αίματος και έχουμε το αντιβιόγραμμα του, τροποποιείται αναλόγως η αγωγή και γίνεται πλέον στοχευμένη. Είναι υποχρεωτικά ενδοφλέβια αγωγή και διαρκεί 7 – 14 ημέρες.

  • Πρόληψη κρυολογήματος και γρίπης στους ηλικιωμένους

     

      Ένα κρυολόγημα ή γρίπη μπορεί να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες καταστάσεις σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών, επειδή υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν επιπλοκές απειλητικές για τη ζωή τους.

      Τα κρυολογήματα και η γρίπη είναι μεταδοτικές ιογενείς ασθένειες που εξαπλώνονται κυρίως με την απελευθέρωση ιικών σωματιδίων όταν ένα άτομο με τον ιό βήχει η φτερνίζεται. Οι ασθένειες μπορούν επίσης να μεταδοθούν αν αγγίξει κανείς ένα μολυσμένο αντικείμενο και στη συνέχεια μεταφέρει τα μικρόβια στα μάτια τη μύτη ή το στόμα του. Είναι σημαντικό σε ό,τι αφορά τους ηλικιωμένους να παίρνονται προληπτικά μέτρα για να μην αρρωσταίνουν γιατί οι θεραπευτικές επιλογές τους είναι περιορισμένες. Αν μάλιστα εμφανιστούν επιπλοκές είναι απαραίτητο για τον ηλικιωμένο να νοσηλευτεί.

  • Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα

      Πρόκειται για νοσήματα που μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή. Σε κάποια από αυτά, όπως το AIDS και οι ηπατίτιδες, αναφερόμαστε εκτενέστερα αλλού.

    Εδώ θα αναφερθούμε στα συχνότερα:

    1. Σύφιλη

        Προκαλείται από το βακτήριο Treponema pallidum και μεταδίδεται με όλους τους τρόπους σεξουαλικής επαφής. Η σύφιλη είναι ιδιαίτερα μεταδοτική και γνωρίζει νέα εξάπλωση, ιδίως σε ομάδες πληθυσμού με επικίνδυνη σεξουαλική συμπεριφορά όπως οι ομοφυλόφιλοι άνδρες και οι ετεροφυλόφιλοι με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους.

      Τα κλινικά στάδια της σύφιλης είναι τρία:
        Η πρωτοπαθής χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση ανώδυνου έλκους στα γεννητικά όργανα λίγες εβδομάδες μετά τη σεξουαλική επαφή κατά την οποία μεταδόθηκε η λοίμωξη. Το έλκος μπορεί επίσης να εμφανιστεί οπουδήποτε αλλού ανάλογα με το είδος της επαφής.

        Η δευτεροπαθής σύφιλη έπεται λίγο μετά το πρώτο στάδιο αν δεν δοθεί θεραπεία. Το χαρακτηριστικό της είναι διάχυτο εξάνθημα (ερυθρά στίγματα) που προσβάλλει και παλάμες – πέλματα. Επίσης εκδηλώνεται ως λεμφαδενοπάθεια (διογκωμένοι λεμφαδένες).

        Η τριτοπαθής σύφιλη είναι η προσβολή του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος ή της αορτής (όπου προκαλεί ανεύρυσμα) ή της ρινός αργά στην πορεία της νόσου. Είναι αρκετά ασυνήθιστη πλέον, καθώς αντιμετωπίζεται σε πρωιμότερο στάδιο. Εκδηλώνεται ως μηνιγγίτιδα ή ως ψυχική διαταραχή (αλλαγή συμπεριφοράς, άνοια) ή ως νευρολογική νόσος (παρέσεις εγκεφαλικών νεύρων, αισθητικές διαταραχές κάτω άκρων).

        Τα ανωτέρω στάδια μπορεί να είναι λιγότερο ευδιάκριτα και να συγχέονται μεταξύ τους σε ασθενείς με ανοσοκαταστολή όπως η λοίμωξη HIV / AIDS. Η διάγνωση τίθεται με τη κλινική εικόνα και τις τρεπονηματικές (FTA) και μη τρεπονηματικές (VDRL) ορολογικές δοκιμασίες. Σε υποψία τριτοπαθούς σύφιλης απαιτείται οσφυονωτιαία παρακέντηση και εξέταση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού. Η σύφιλη θεραπεύεται κατά κύριο λόγο με ενέσιμη Πενικιλλίνη. Ανάλογα με το στάδιο της νόσου αλλάζουν η δόση και η διάρκεια της θεραπείας.

    2. Ουρηθρίτιδα

        Η ουρηθρίτιδα στον άνδρα εκδηλώνεται με δύσοσμο, πυώδες έκκριμα από την ουρήθρα. Συνήθως συνυπάρχει πόνος κατά την ούρηση και κατά τη σεξουαλική επαφή. Ο πυρετός τις περισσότερες φορές απουσιάζει.

        Οφείλεται συνήθως στο γονόκοκκο (Neisseria gonorrhoeae) ή στα χλαμύδια (Chlamydia trachomatis). Πολύ συχνά αυτά τα δύο συνυπάρχουν και για αυτό το λόγο θεραπεύονται ταυτόχρονα.
        Η διάγνωση τίθεται κλινικά και επιβεβαιώνεται με καλλιέργεια. Η θεραπεία συνιστάται σε ενέσιμη κεφτριαξόνη για το γονόκοκκο. Συνιστάται η λήψη και αζιθρομυκίνης από το στόμα για πιθανή συλλοίμωξη από χλαμύδια.

        Ανάλογες λοιμώξεις στο τρόπο μετάδοσης και στα παθογόνα που τις προκαλούν είναι η τραχηλίτιδα των γυναικών και η ορχεοεπιδιδυμίτιδα των νέων ανδρών.

    3. Απλός Έρπητας (HSV)

        Ο απλός έρπης προκαλεί κατά τη πρωτολοίμωξη είτε Ερπητική ουλοστοματίτιδα (ο HSV-1) είτε λοίμωξη στη περιοχή του περινέου – γεννητικών οργάνων (ο HSV-2).

        Η στοματίτιδα και ο επακόλουθος υποτροπιάζων επιχείλιος έρπητας δεν μεταδίδονται σεξουαλικά αλλά με την απλή επαφή, ακόμα και ενδο-οικογενειακά.

        Αντίθετα, ο HSV-2 ή έρπης γεννητικών οργάνων μεταδίδεται κατά τη σεξουαλική επαφή και εκδηλώνεται ως επώδυνο φυσαλιδώδες εξάνθημα στη περιοχή των γεννητικών οργάνων. Αντιμετωπίζεται με Ασυκλοβίρη από του στόματος.
  • Υπηρεσίες

    Οι υπηρεσίες του ιατρείου περιλαμβάνουν:

    • Αντιμετώπιση Οξέων Λοιμώξεων (Γρίπη - Πνευμονία, Ουρολοιμώξεις) στο Ιατρείο ή στο νοσοκομείο Υγεία αν χρήζουν νοσηλείας.
    • Αντιμετώπιση χρονίων λοιμώξεων (HIV, Ηπατίτιδες, Οστεομυελίτιδα).

    • Αντιμετώπιση περιστατικών που χρήζουν νοσηλεία στο 'Υγεία'.

    • Αντιμετώπιση Νοσοκομειακών Λοιμώξεων (Πνευμονίες, Μολύνσεις Αίματος, Ουρολοιμώξεις, Χειρουργικές Λοιμώξεις) στο νοσοκομείο Υγεία.

    • HIV , Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα, Ηπατίτιδα.

    • Παθολογικά περιστατικά.

    • Αντιμετώπιση οξέων περιστατικών (παθολογικά περιστατικά, επιφανειακά/θλαστικά τραύματα, απορρύθμιση χρονίων νοσημάτων κλπ.).

    • Διαχείριση χρόνιων νοσημάτων (αρτηριακή υπέρταση, σακχαρώδης διαβήτης, υπερλιπιδαιμία κλπ.).

    • Εμβολιασμοί

    • Ιατρικές βεβαιώσεις για σχολεία (ΑΔΥΜ) / γυμναστήρια / κολυμβητήρια.

    • Πιστοποίηση για ηλεκτρονική συνταγογράφηση στον ΕΟΠΥΥ και παραπεμπτικά εξετάσεων.

    • Κατ’ οίκον επισκέψεις.

    • Λοιμώξεις Κύησης - Προγεννητικός έλεγχος

    • Περιοδικός προληπτικός έλεγχος ανά φύλο/ηλικία :

        Η Προληπτική Ιατρική έχει  κύριο σκοπό την προφύλαξη του ανθρώπου από τα διάφορα νοσήματα. Στην πρωτογενή πρόληψη οφείλεται η καταπολέμηση σοβαρών λοιμωδών νόσων με την χρήση εμβολιασμών. Η δευτερογενής πρόληψη περιλαμβάνει προληπτικά check up και έχει ως στόχο την πρώιμη διάγνωση νοσημάτων για την έγκαιρη έναρξη θεραπείας ή μέτρων αποφυγής τους αν δεν έχουν καν εκδηλωθεί. Η τριτογενής πρόληψη τέλος προσπαθεί να μειώσει επιπλοκές και τη σοβαρότητα των συνεπειών μιας πάθησης, να αυξήσει το προσδόκιμο επιβίωσης και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής.

        Η ανά τακτά χρονικά διαστήματα προληπτική εκτίμηση της υγείας ενός ανθρώπου είναι βασική μέθοδος πρόληψης, αναφέρεται συχνά ως τσεκάπ, σωστότερα όμως ως περιοδικός προληπτικός έλεγχος. Ο έλεγχος αυτός αποτελεί θεμελιώδη ιατρική πρακτική εδώ και δεκαετίες και αποτελεί μία από τις συχνότερες αιτίες ιατρικών επισκέψεων.

        Στόχος του περιοδικού προληπτικού ελέγχου στους ασυμπτωματικούς ενηλίκους είναι η πρόληψη της νοσηρότητας και της θνησιμότητας. Αυτό γίνεται αφενός με τον προσδιορισμό των παραγόντων κινδύνου και την προσπάθεια εξάλειψης των τροποποιήσιμων εξ αυτών, μέσω παρεμβάσεων στον τρόπο ζωής και μέσω της ενδεδειγμένης θεραπευτικής αντιμετώπισης.

        Ο Προληπτικός Έλεγχος περιλαμβάνει λήψη ιατρικού ιστορικού, κλινική εξέταση και τέλος εργαστηριακές εξετάσεις που ελέγχουν με τρόπο αξιόπιστο τη συνολική κατάσταση της υγείας και ειδικότερα των ζωτικών οργάνων.

      Α. Λήψη Ιατρικού Ιστορικού

        Το ιατρικό ιστορικό είναι το μονοπάτι για τη προσέγγιση μιας υποκείμενης ασυμπτωματικής νόσου. Να ξέρετε πάντα, όταν ανοίγεστε στον γιατρό σας, τότε έμμεσα του λέτε τι έχετε.

      Β. Κλινική Εξέταση

        Ο κλινικός έλεγχος, στον οποίο σας υποβάλλει ο κλινικός Ιατρός σας, βασίζεται κυρίως στην πληροφόρηση που του δώσατε από το ιατρικό ιστορικό. Για το λόγο αυτό με δυσκολία θα ανιχνεύσει υποκείμενες παθήσεις χωρίς συμπτώματα και χωρίς σωστή πληροφόρηση. Η κλινική εξέταση αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα κάθε ολοκληρωμένου Προληπτικού Ελέγχου.

      Γ. Εργαστηριακές Εξετάσεις

        Περιλαμβάνει όλες εκείνες τις εργαστηριακές εξετάσεις, που ελέγχουν με τρόπο αξιόπιστο τη συνολική κατάσταση της υγείας και ειδικότερα των ζωτικών οργάνων. Ο κλινικός ιατρός είναι αυτός που θα κρίνει ποια παρακλινική εξέταση πρέπει να κάνετε για να έχει μια ολοκληρωμένη άποψη για την κατάσταση της υγείας σας και να σας προφυλάξει από μελλοντικούς κινδύνους.


  • Χειρουργικές Λοιμώξεις

       Επιπλέκουν οποιαδήποτε χειρουργική επέμβάση, συνηθέστερα όμως στη κοιλιά (πεπτικό σύστημα: κολεκτομή, παγκρεατεκτομή, σκωληκοειδεκτομή, χολεκυστεκτομή). Αλλά και επεμβάσεις στο ουροποιητικό (προστατεκτομή, ενδοσκοπική λιθοτριψία), στο μυοσκελετικό σύστημα (σπονδυλική στήλη, ισχία), στο θώρακα και στη καρδιά μπορούν να συνοδευτούν από λοιμώξεις άλλοτε άλλης βαρύτητας. Για την εμφάνιση τους παίζουν ρόλο:

    • παράγοντες του ασθενή: φορεία MRSA (S. aureus), σακχαρώδης διαβήτης
    • παράγοντες του τύπου της επέμβασης: προετοιμασία του εντέρου προεγχειρητικά, τοποθέτηση – χρήση ξένων σωμάτων όπως πλέγματα που χρησιμοποιούνται σε κήλες του κοιλιακού τοιχώματος, προσθετικές αρθρώσεις ισχίων – γονάτων κ.ά
    • εξατομικευμένες διεγχειρητικές επιπλοκές όπως ισχαιμία στέρνου μετά από θωρακοτομή που οδηγεί σε μεσοθωρακίτιδα, ή διαφυγή εντερικού περιεχομένου μετά από αναστόμωση τμημάτων εντέρου που οδηγεί σε ενδοκοιλιακή συλλογή υγρού και πυρετό.

       Εκδηλώνονται από μερικές ώρες - ημέρες μέχρι λίγες εβδομάδες μετά τη χειρουργική επέμβαση, είτε ως διαπύηση – ερυθρότητα του χειρουργικού τραύματος είτε ως πυρετός που παραδείγματι συνοδεύεται από την ανάδειξη (με υπέρηχο ή αξονική τομογραφία) συλλογών υγρού μεσα στη κοιλιά. Προκαλούνται από σταφυλοκόκκους της χλωρίδας του δέρματος (π.χ S. aureus) ή μικρόβια της εντερικής χλωρίδας και του ουροποιητικού όπως  το κολοβακτηρίδιο και οι εντερόκοκκοι.

       Για την αντιμετώπιση τους χρειάζεται συνήθως εκτός από τα αντιβιοτικά και χειρουργική αντιμετώπιση. Αυτή μπορεί να είναι χειρουργικός καθαρισμός, παροχέτευση των συλλογών υπό καθοδήγηση με υπέρηχο ή αξονική, αντικατάσταση προσθετικής άρθρωσης ή άλλη χειρουγική παρέμβαση.

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies  για την βελτίωση της περιήγησής σας. Η επιχείρηση συμμορφώνεται με τον GDPR.